Τόσο ο ίδιος ο ασθενής όσο και το στενό οικογενειακό του περιβάλλον θα πρέπει να βρουν τρόπους να διαχειριστούν τα συναισθήματα που προκαλεί αυτή η κατάσταση αλλά και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.

Το βασικό ερώτημα είναι πως μπορούμε να στηρίξουμε το άτομο με μια σοβαρή ασθένεια:
Το άτομο δεν έχει πεθάνει και δεν το αντιμετωπίζουμε σαν ετοιμοθάνατο.
Δεν αρνούμαστε την κατάσταση που βιώνει, δεν παριστάνουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα, ούτε εκφράζουμε θλίψη και οίκτο για την κατάσταση που βιώνει.
Δεν ξεχνάμε ότι ανεξάρτητα από την διάγνωση και την ασθένεια το άτομο εξακολουθεί να είναι το ίδιο άτομο, με την ίδια προσωπικότητα και τις ίδιες ευαισθησίες. Έτσι, το αντιμετωπίζουμε φυσιολογικά, όπως πριν, μοιραζόμαστε μαζί του τα ενδιαφέροντά του και τον χρόνο του, όπως και στο παρελθόν, χωρίς να το αντιμετωπίζουμε με ιδιαίτερο τρόπο λόγω της ασθένειας. Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε πως εμείς θα θέλαμε να μας συμπεριφέρονται οι άλλοι αν ήμασταν στη θέση του…
Είμαστε δίπλα του και δεν το αποθαρρύνουμε όταν θέλει να μιλήσει ή να ξεσπάσει σχετικά με τα συναισθήματα που βιώνει λόγω της ασθένειας και της κατάστασης που ζει.

Συνήθως, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ασθένεια ενός αγαπημένου μας προσώπου νιώθουμε αμηχανία και σύγχυση. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε, τι να πούμε, πώς να συμπεριφερθούμε. Πολλές φορές στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε γινόμαστε υπερβολικοί, ενοχλητικοί ή κουραστικοί. Ίσως είναι πιο απλό και ανθρώπινο να δείξουμε το ενδιαφέρον μας και την αγάπη μας, χωρίς να πούμε κάτι το ιδιαίτερο. Το χειρότερο πράγμα είναι να αποφεύγουμε τον ασθενή, καθώς δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Είναι σημαντικό να εξοικειώσουμε τον εαυτό μας με την κατάσταση και να βρούμε τρόπους να τη χειριστούμε. Όλα όσα σκεφτόμαστε για «ειδική μεταχείριση» του ασθενούς δεν χρειάζονται, καθώς δεν έχει ανάγκη ούτε από λύπηση, ούτε από αλλαγές στη συμπεριφορά μας. Πρέπει, λοιπόν, να τηρήσουμε την ίδια στάση που είχαμε και στο παρελθόν απέναντί του, χωρίς να γίνουμε ιδιαίτερα παθητικοί ή υποτακτικοί, ή καλοσυνάτοι και συγκαταβατικοί, λόγω λύπησης. Η λύπηση είναι μια αντίδραση που δείχνει στον άλλο ότι τον θεωρούμε αδύναμο, ανίκανο και φυσικά δεν θα θέλαμε να είμαστε στη θέση του, γιατί αν βάζαμε έστω και για λίγο τον εαυτό μας στη θέση του θα καταλαβαίναμε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα θέλαμε ο άλλος να μας λυπηθεί.
Είμαστε θετικοί και βοηθητικοί απέναντι στον ασθενή δείχνοντας αγάπη και ενδιαφέρον, όχι λύπηση και οίκτο. Είναι σημαντικό να μπορέσουμε να καταλάβουμε τα συναισθήματα του ασθενούς.
Νιώθει φόβο, απογοήτευση, θυμό, στεναχώρια; Νιώθει τρόμο, ανασφάλεια; Τι τον κάνει να ξεχνιέται και να νιώθει καλά; Τι θα ήθελε να κάνει ώστε να περνά ευχάριστα, να ξεφεύγει λίγο από όλα όσα βιώνει και σκέφτεται;
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κάποια συναισθήματα είναι πρωτόγνωρα και δύσκολο να τα διαχειριστεί και ο ίδιος ο ασθενής.
Δεν φοβόμαστε τις λέξεις. Μιλάμε ανοιχτά για την ασθένεια, με ειλικρίνεια. Η αποφυγή του θέματος ή μη χρησιμοποίηση λέξεων εντείνει τους φόβους και κάνει την ασθένεια να φαίνεται πιο τρομαχτική. Δεν μιλάμε χαμηλόφωνα μπροστά στον ασθενή αγνοώντας τον γιατί αυτό δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη ανασφάλεια και νιώθει ότι κάτι του κρύβουμε.
Δεν αποφεύγουμε τις συζητήσεις σχετικά με τους φόβους του ασθενούς,  όταν ο ίδιος έχει ανάγκη να μιλήσει για αυτούς. Τον ακούμε και του δείχνουμε κατανόηση. Ακούμε τους προβληματισμούς του, τα συναισθήματά του και τις σκέψεις του και δεν τον αποθαρρύνουμε όταν ο ίδιος επιθυμεί να μιλήσει για αυτά.

Παπαδοπούλου Ελένη, Ψυχολόγος, MSc



πηγή: ΘΕΜΑΤΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ