Η ποιότητα ζωής είναι ένα μέτρο του επιπέδου άνεσης, υγείας και ευτυχίας ενός ατόμου. Για τα άτομα με σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣΚΠ), μια νέα μελέτη διαπίστωσε ότι υπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τη σωματική και ψυχική ποιότητα ζωής ενός ατόμου. Η μελέτη δημοσιεύεται στο διαδικτυακό τεύχος της 10ης Αυγούστου 2022 του Neurology ® , του ιατρικού περιοδικού της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας.

Η σκλήρυνση κατά πλάκας είναι μια ασθένεια του κεντρικού νευρικού συστήματος που επιρεάζει τον εγκέφαλο, το νωτιαίο μυελό και τα οπτικά νεύρα. Είναι χρόνια και μπορεί να είναι απρόβλεπτη και να προκαλεί αναπηρία. Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν κόπωση, μούδιασμα και μυρμήγκιασμα, απώλεια ισορροπίας, αδυναμία και προβλήματα με την όραση. Ενώ επί του παρόντος δεν υπάρχει θεραπεία για τη σκλήρυνση κατά πλάκας, υπάρχουν φάρμακα που τροποποιούν την πορεία της νόσου και καθυστερούν την πρόοδό της καθώς και για τη θεραπεία των συμπτωμάτων.

«Τα άτομα με σκλήρυνση κατά πλάκας αναφέρουν χαμηλότερη ποιότητα ζωής σε σύγκριση με άτομα χωρίς τη νόσο, ακόμη και με άτομα με άλλες χρόνιες παθήσεις», δήλωσε η συγγραφέας της μελέτης Julia O'Mahony, PhD, του Health Sciences Center Winnipeg στο Winnipeg του Καναδά. "Υπάρχουν αρκετοί παράγοντες που μπορεί να παίζουν ρόλο. Η έρευνά μας προσπάθησε να εντοπίσει τέτοιους παράγοντες, ώστε να μπορούν να αντιμετωπιστούν νωρίς στην πορεία της νόσου."

Στη μελέτη συμμετείχαν 4.888 άτομα, που ήταν εγγεγραμμένα στο Μητρώο της Βορειοαμερικανικής Ερευνητικής Επιτροπής για τη Σκλήρυνση κατά Πλάκας (NARCOMS), 81% γυναίκες, που είχαν μέση ηλικία 42 ετών όταν διαγνώστηκαν με ΣΚΠ. 

Κάθε άτομο αξιολογήθηκε τουλάχιστον τρεις φορές ως προς την ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία και συμπλήρωσε κατά μέσο όρο 12 ερωτηματολόγια για την ποιότητα ζωής σε διάστημα έως και 27 ετών.

Για τη σωματική ποιότητα ζωής, οι ερευνητές χώρισαν τους συμμετέχοντες σε πέντε ομάδες. Η πρώτη ομάδα, το 26% των συμμετεχόντων, είχε σταθερά χαμηλή και σταθερή ποιότητα ζωής. Η δεύτερη ομάδα, το 29%, είχε μέτρια χαμηλή και σταθερή ποιότητα ζωής. Η τρίτη ομάδα, το 13%, είχε μέτρια έως χαμηλή ποιότητα ζωής τα πρώτα χρόνια μετά τη διάγνωση και στη συνέχεια φυσιολογική ποιότητα ζωής. Η τέταρτη ομάδα, 17%, είχε πρώιμη πτώση και στη συνέχεια αύξηση σε μέτρια έως κανονική ποιότητα ζωής. Η πέμπτη ομάδα, το 14%, είχε φυσιολογική ποιότητα ζωής για 20 χρόνια και στη συνέχεια πτώση.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα που ήταν μεγαλύτερης ηλικίας όταν διαγνώστηκαν με ΣΚΠ και τα άτομα με χειρότερες σωματικές αναπηρίες ή χειρότερη κόπωση είχαν αυξημένο κίνδυνο να ανήκουν στην ομάδα με τη χειρότερη φυσική ποιότητα ζωής. Τα άτομα της χαμηλότερης ομάδας είχαν μέση ηλικία 46 ετών κατά τη διάγνωση, σε σύγκριση με τη μέση ηλικία των 38 ετών για την ομάδα με την υψηλότερη ποιότητα ζωής. Τα άτομα στη χειρότερη ομάδα είχαν μέτρια αναπηρία, όπως προβλήματα με το βάδισμα και την κινητικότητά τους ή άρχισαν να χρησιμοποιούν μπαστούνι για περπάτημα, ενώ τα άτομα της καλύτερης ομάδας είχαν φυσιολογική λειτουργικότητα ή ήπια αναπηρία.

Για την ψυχική ποιότητα ζωής, οι ερευνητές χώρισαν τους συμμετέχοντες σε τέσσερις ομάδες. Η πρώτη ομάδα, το 19% των συμμετεχόντων, είχε χρόνια χαμηλή ποιότητα ζωής. Η δεύτερη ομάδα, το 33%, είχε μέτρια χαμηλή και σταθερή ποιότητα ζωής. Η τρίτη ομάδα, το 22%, ανέφερε μέτρια χαμηλή ποιότητα ζωής με τα πρώτα 10 χρόνια μετά τη διάγνωση να ακολουθείται από φυσιολογική ψυχική υγεία. Η τέταρτη ομάδα, το 26%, ανέφερε χρόνια φυσιολογική ποιότητα ζωής.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα άτομα που είχαν ετήσιο εισόδημα 50.000 $ ή λιγότερο ή καθόλου μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση είχαν αυξημένο κίνδυνο να ανήκουν στην ομάδα με τη χειρότερη ψυχική ποιότητα ζωής. Συνολικά το 62% των ατόμων της χαμηλότερης ομάδας είχαν εισοδήματα 50.000 $ ή λιγότερο, σε σύγκριση με το 44% των ατόμων της υψηλότερης ομάδας. Και το 38% των ατόμων στην χαμηλότερη ομάδα δεν είχε μεταδευτεροβάθμια εκπαίδευση, σε σύγκριση με το 22% αυτών στην υψηλότερη ομάδα.

Ο υποτύπος της νόσου ενός ατόμου, που είναι υποτροπιάζουσα διαλείπουσα ή πρωτογενής προοδευτική κατά την έναρξη, δεν επηρέασε τη συμμετοχή του σε καμία από τις σωματικές ή ψυχικές ομάδες ποιότητας ζωής.

«Υπάρχουν πρώιμοι παράγοντες κινδύνου για εκείνους που θα καταλήξουν στις ομάδες με τη χειρότερη ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία που είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι από τους γιατρούς και άλλους επαγγελματίες υγείας», είπε η O'Mahony. "Για παράδειγμα, κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες όπως η λιγότερη εκπαίδευση και το εισόδημα μπορούν εύκολα να εντοπιστούν. Αυτό θα μπορούσε να προσφέρει μια ευκαιρία για πρώιμες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τα άτομα με ΣΚΠ να ζήσουν καλύτερη ζωή."

Ένας περιορισμός της μελέτης ήταν ότι οι συμμετέχοντες ήταν εθελοντές, επομένως τα αποτελέσματα μπορεί να μην είναι τα ίδια για τον γενικό πληθυσμό.


Πηγή: Αμερικανική Ακαδημία Νευρολογίας